9 Ιουλίου, 2026

Η πολιτική γοητείας Τραμπ σε Ερντογάν, οι υποσχέσεις και τα «ναι μεν, αλλά» για τα F-35

Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ εξελίχθηκε σε ένα σχεδόν ιδανικό διπλωματικό ραντεβού για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος έριξε την αυλαία ως οικοδεσπότης έχοντας αποσπάσει πολιτικά μηνύματα και κυρίως την προσωπική στήριξη του Ντόναλντ Τραμπ.

Ο Αμερικανός πρόεδρος επέλεξε να επενδύσει στη στενή προσωπική σχέση που διατηρεί με τον Τούρκο ομόλογό του, ανοίγοντας εκ νέου τη συζήτηση για την προμήθεια των μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35 από την Άγκυρα.

Οι δηλώσεις του Τραμπ δεν άφησαν περιθώρια παρερμηνειών. Χαρακτήρισε τον Ερντογάν «σπουδαίο ηγέτη», εξήρε τη στρατιωτική ισχύ της Τουρκίας και διαβεβαίωσε ότι το ζήτημα των F-35 «θα εξεταστεί με βεβαιότητα». Παράλληλα, ο ίδιος ο Τούρκος πρόεδρος αποκάλυψε ότι έλαβε προσωπική υπόσχεση από τον Αμερικανό πρόεδρο για πέντε αεροσκάφη, καλλιεργώντας την εικόνα ότι η αμερικανοτουρκική σχέση εισέρχεται σε νέα φάση.

Τα F-35 παραμένουν ανοιχτός φάκελος

Παρά το ιδιαίτερα θετικό κλίμα, η επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 απέχει ακόμη από το να θεωρείται δεδομένη. Οι δημόσιες τοποθετήσεις του Ντόναλντ Τραμπ δημιουργούν πολιτική δυναμική, ωστόσο δεν αναιρούν τα σοβαρά θεσμικά και νομοθετικά εμπόδια που εξακολουθούν να υφίστανται.

Το σημαντικότερο από αυτά είναι η διατήρηση του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400 της Τουρκίας, το οποίο οδήγησε το 2019 στον αποκλεισμό της Άγκυρας από το πρόγραμμα των F-35 και στην επιβολή κυρώσεων από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ενδεικτική ήταν και η στάση του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, ο οποίος απέφυγε να εμπλακεί στη συζήτηση, επισημαίνοντας ότι πρόκειται αποκλειστικά για ζήτημα που αφορά την Ουάσιγκτον και την Άγκυρα.

Με άλλα λόγια, η πολιτική βούληση που εμφανίζει ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν αρκεί από μόνη της για να ανατρέψει αποφάσεις που συνδέονται με το αμερικανικό Κογκρέσο, τις κυρώσεις CAATSA και τις ανησυχίες του Πενταγώνου για τη συνύπαρξη των F-35 με τα ρωσικά συστήματα.

Το ελληνικά μηνύματα

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα του τουρκικού casus belli, υπογραμμίζοντας ότι η απειλή πολέμου κατά της Ελλάδας δεν μπορεί να συμβαδίζει ούτε με το πνεύμα της Συμμαχίας ούτε με τη Διακήρυξη των Αθηνών.

Ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε το casus belli «ιστορική ανορθογραφία» που πρέπει να εγκαταλειφθεί, επισημαίνοντας ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες αντιλαμβάνονται πως μια διαρκής απειλή χρήσης βίας μεταξύ δύο συμμάχων του ΝΑΤΟ είναι ασύμβατη με το σημερινό περιβάλλον ασφαλείας.

Η ελληνική κυβέρνηση αποφεύγει να εμπλακεί άμεσα στη συζήτηση για το τι θα πουλήσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στην Τουρκία, ωστόσο στέλνει σαφές μήνυμα ότι δεν μπορεί να αγνοείται η διατήρηση μιας επίσημης απειλής πολέμου απέναντι σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ. Όπως τόνισε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, η Ελλάδα δεν υποδεικνύει στις ΗΠΑ τις εξοπλιστικές τους επιλογές, αλλά αντίστοιχα δεν αποδέχεται υποδείξεις για τον δικό της αμυντικό σχεδιασμό.

Το ενδεχόμενο επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και από το Ισραήλ. Ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου υπενθύμισε ότι η προσωπική σχέση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν μεταβάλλει τον στρατηγικό χαρακτήρα της Τουρκίας, υποστηρίζοντας ότι η Άγκυρα εξακολουθεί να αποτελεί παράγοντα αστάθειας στην περιοχή, ενώ επισήμανε τις απειλές εναντίον της Ελλάδας και τη συνεχιζόμενη κατοχή του βόρειου τμήματος της Κύπρου.
Η δημόσια διαφοροποίηση του Ισραηλινού πρωθυπουργού ανέδειξε ότι το θέμα των F-35 δεν αφορά μόνο τις ελληνοτουρκικές ισορροπίες αλλά συνολικά τη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Άγκυρα διευρύνει το παζάρι με τη Δύση

Παράλληλα με τις αμερικανικές επαφές, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επιχείρησε να διευρύνει το τουρκικό παζάρι και προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, ζητώντας την άρση των περιορισμών στην αμυντική συνεργασία και τη συμμετοχή της Τουρκίας στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα SAFE.

Η τουρκική ηγεσία επιχειρεί να αξιοποιήσει τον αναβαθμισμένο γεωπολιτικό της ρόλο, διεκδικώντας ταυτόχρονα αμερικανικά μαχητικά, ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα και μεγαλύτερη επιρροή εντός της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας.

Το αποτέλεσμα της συνάντησης Τραμπ – Ερντογάν ήταν αναμφίβολα πολιτικά ευνοϊκό για την Άγκυρα. Ωστόσο, πίσω από τα θερμά λόγια, τις προσωπικές φιλοφρονήσεις και τις δημόσιες υποσχέσεις, παραμένουν κρίσιμα εμπόδια που δύσκολα παρακάμπτονται.


Πηγή: www.cnn.gr

Leave feedback about this

Reduce bounce rates