Γιώργος Πατούλης : Εζησε σε ορφανοτροφείο – Τι λέει για τη μητέρα του και την Μαρίνα Πατούλη

Γιώργος Πατούλης : Εζησε σε ορφανοτροφείο – Τι λέει για τη μητέρα του και την Μαρίνα Πατούλη

Εζησε μέχρι τα επτά του σε ορφανοτροφείο, ήταν κακός και ανορθόγραφος μαθητής αλλά διεκδίκησε, από τη σκοτεινή γκαρσονιέρα στα Πετράλωνα όπου μεγάλωσε, μια καλύτερη ζωή. Ηταν «ο γιος της Πόπης» που έγινε γιατρός, μιλάει για τη λυτρωτική φιγούρα της μητέρας του, αλλά και για ένα νωπό τραύμα.

Μιλούσαμε για αλλοτρίωση πριν πατήσω την εγγραφή και αν δεν έχετε αντίρρηση να ξεκινήσουμε από αυτό το σημείο τη συνέντευξη. Αισθανθήκατε ποτέ αλλοτριωμένος;

Η ζωή μου χαρακτηρίζεται από τις προσπάθειές μου οι οποίες ήταν και είναι προσανατολισμένες ό,τι κάνω να σχετίζεται με τη δημιουργία. Αν δεν συμβαίνει αυτό το αλλάζω. Αλλοτρίωση για μένα είναι ό,τι δεν εμπεριέχει δημιουργία.

Είχατε μια μακρά διαδρομή στην επιστήμη σας και στην πολιτική. Πού αισθάνεστε πιο δημιουργικός;

Κατ’ αρχάς να πω ότι διάλεξα την ιατρική χωρίς να υπάρχει κάποια ιστορική διαδρομή στην οικογένειά μου. Θεώρησα ότι το εμπόριο – επάγγελμα του πατέρα μου και της μητέρας μου – δεν θα μπορούσε να μου δώσει το αποτύπωμα που ήθελα να είχα στη ζωή μου. Αφορούσε μόνο τα οικονομικά και ό,τι έχει να κάνει με την οικονομική ευρωστία. Επέλεξα την ιατρική ως την πιο ανθρωποκεντρική επιστήμη, η οποία σχετίζεται με τη ζωή και τον θάνατο. Ημουν σίγουρος ότι μέσα από κει θα μπορούσα να δημιουργήσω, να προσφέρω στους ανθρώπους. Οταν ήμουν παιδί, είχα δύο αφίσες στο δωμάτιό μου που τις έβλεπα και έπαιρνα θάρρος και υπομονή όταν διάβαζα: του Αλεξάντερ Φλέμινγκ, που έγραφε «η αλήθεια βρίσκεται στη σιωπή του μικροσκοπίου» – τώρα την τοποθέτησα στο γραφείο μου, στον Ιατρικό Σύλλογο – και του έτερου γιατρού επαναστάτη Τσε Γκεβάρα. Ετσι γεννήθηκε η επιθυμία να κάνω κάτι για έναν καλύτερο κόσμο, μέσα από την επιστήμη και τη γνώση να δώσω ζωή σε περισσότερους ανθρώπους.

Με αφίσα στο δωμάτιό σας τον Τσε Γκεβάρα πώς βρεθήκατε στη Δεξιά;

Στα φοιτητικά μου χρόνια ήμουν ακομμάτιστος. Δεν ασχολήθηκα με τον συνδικαλισμό. Είχα την πεποίθηση ότι η γνώση θα μου δώσει τη δύναμη. Ημουν παιδί της βιβλιοθήκης στην ιατρική. Ενα τυχαίο γεγονός δρομολόγησε την ενασχόλησή μου με την πολιτική.

Τι ακριβώς συνέβη;

Σε μια εφημερία στην ορθοπεδική κλινική – μπαίναμε στο νοσοκομείο την Παρασκευή και βγαίναμε Δευτέρα μεσημέρι – ήρθα αντιμέτωπος με ένα δύσκολο περιστατικό. Στην αρχή ο Διευθυντής είπε να κάνω εγώ την εγχείρηση και μετά ο Επιμελητής μου είπε να αποτραβηχτώ γιατί «ήταν πελατειακό». Ετσι το χαρακτήρισε. Την επόμενη μέρα ζήτησα να μου εξηγήσουν τι σημαίνει «πελατειακό». Εμείς οι ειδικευόμενοι γιατροί ήμασταν έρμαιοι στις διαθέσεις του εκάστοτε Επιμελητή. Αποφασίσαμε, το 1994, μαζί με γιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων να δημιουργήσουμε την ένωση ΣΕΙΑΠ (Σύλλογος Ειδικευόμενων Ιατρών Αθηνών και Πειραιώς). Η σχέση μου με τον συνδικαλισμό άρχισε στοχεύοντας στη βοήθεια των νεότερων συναδέλφων οι οποίοι αγωνιούσαν – όπως κι εγώ – για την επιστήμη τους.

Είχε αποτέλεσμα;

Απέκτησε δύναμη σε ελάχιστο χρόνο. Δημιουργήσαμε επιτροπές σε όλα τα νοσοκομεία και το περιοδικό «Νέοι Γιατροί» το οποίο πήγαινε σε τρεισήμισι χιλιάδες ειδικευόμενους. Επειτα με την παράταξη Νέοι Γιατροί μπήκαμε στον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών. Θέλαμε να συμμετέχουμε στα όργανα των αποφάσεων που αφορούσαν την εκπαίδευση των νέων γιατρών. Αυτή η παράταξη κατάφερε να γίνει δεύτερη δύναμη στον ιατρικό χώρο. Πιστεύαμε ότι οι νέοι γιατροί μπορούν να αποτελέσουν πυλώνα ανάπτυξης για τη χώρα.

Κι εσείς μέσα σε δύο-τρία χρόνια γίνατε αντιπρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών.

Από κει και πέρα άρχισα να βλέπω και μακροοικονομικά την υγεία. Πώς μπορούμε, δηλαδή, να πετύχουμε την καλύτερη ποιότητα με το χαμηλότερο κόστος. Αυτός ήταν και ο λόγος που έκανα το σχετικό μεταπτυχιακό στο ΕΚΠΑ. Να αποκτήσω μία επιστημονική σκέψη πάνω σ’ αυτό. Επειτα αποφάσισα να φύγω από το ΕΣΥ και άνοιξα το ιατρείο μου στα Πετράλωνα, με γραμματέα τη μητέρα μου. Ολοι με ήξεραν ως «ο γιος της Πόπης» που έγινε γιατρός. Γεννήθηκα στο Μοσχάτο και μεγάλωσα στα Πετράλωνα. Οταν ήμουν δυόμισι ετών – ο αδελφός μου επτά – οι γονείς μου χώρισαν. Για κάποιο λόγο ο πατέρας μου κερδίζει την επιμέλεια και μας βάζει εσώκλειστους σε μία σχολή, όπου η μητέρα μου μπορούσε να μας βλέπει μία φορά τον μήνα.

Τι σχολή ήταν αυτή;

Για ορφανά του «Ασημακόπουλου» – έτσι λεγόταν – όπου μείναμε τέσσερα χρόνια. Από την άλλη η μητέρα μου άρχισε να αναπτύσσεται οικονομικά, άνοιξε το δικό της μαγαζί με νυφικά στον Ταύρο και στην Αγία Αικατερίνη στα Πετράλωνα, σε ένα πατάρι όπου από πίσω έχει μία τυφλή γκαρσονιέρα. Ενα μεσημέρι καλοκαιριού ο πατέρας μου μάς είπε «θα πάμε στη μητέρα σας». Δεν προλάβαμε να αποχαιρετήσουμε ούτε τους φίλους μας. Μας πήγε στα Πετράλωνα και μας λέει: «Τη βλέπετε εκείνη την πόρτα; Εκεί θα μπείτε, είναι η μητέρα σας».

Πώς αισθανθήκατε όταν περάσετε την πόρτα της μητέρας σας;

Οταν την είδα ένιωσα χαρά, συγκίνηση, λύτρωση. Εγινε ο ήρωάς μου γιατί ήταν και μητέρα και πατέρας μαζί.

Οι σχέσεις με τον πατέρα σας πώς ήταν;

Δύσκολες. Ερχόταν μια φορά τον μήνα για μία ώρα και μας έβλεπε. Κρατάω στο μυαλό μου πολλές έντονες εικόνες, από εκείνη την εποχή που παλεύαμε για να επιβιώσουμε. Ζούσαμε σε μια γκαρσονιέρα, εγώ κοιμόμουν με τη μητέρα μου σε ένα κρεβάτι και ο αδελφός μου στο χολ. Τις περισσότερες ώρες ήμασταν μέσα στο μαγαζί της μητέρας μου όπου δουλεύαμε. Θυμάμαι όταν είχα ένα ποίημα το μαθαίναμε όλοι μαζί δένοντας μπομπονιέρες. Προφανώς όλα αυτά που έζησα με επηρέασαν. Ημουν κακός μαθητής στο Δημοτικό. Και φοβερά ανορθόγραφοι κι εγώ και ο αδελφός μου. Εμεινα μετεξεταστέος στις εισαγωγικές για το Γυμνάσιο. Θυμάμαι ότι χτιζόταν μία οικοδομή κοντά στο μαγαζί της μητέρας μου και έρχονταν οι εργάτες και της έλεγαν να γίνουμε τεχνίτες. Μεταξύ αυτών και ο πατέρας μου. Αλλά η μάνα μου αντιστεκόταν, διότι ήθελε να σπουδάσουμε. Θα μπορούσα να είχα γίνει οικοδόμος. Ολα είναι ένα κλικ! Στο Γυμνάσιο όμως έγινα καλός μαθητής.

Τι άλλαξε;

Ο τρόπος που έβλεπα τον εαυτό μου. Κατάλαβα τις δυνατότητές μου από τη συναναστροφή με τα άλλα παιδιά. Συνειδητοποίησα ότι στο Δημοτικό οι επιδόσεις μου μπορεί να σχετίζονταν και με τις αντιλήψεις τις εποχής («α, τα παιδιά της χωρισμένης»). Στο Γυμνάσιο γνώρισα την αποδοχή και άρχισα να απογειώνομαι στα θετικά μαθήματα.

Και αποφασίσατε να δώσετε εξετάσεις στην Ιατρική.

Η αλήθεια είναι ότι η μητέρα μου ονειρευόταν να αναλάβω την επιχείρησή της, η οποία είχε αρχίσει να ανεβαίνει. Οταν της αποκάλυψα ότι θέλω να γίνω γιατρός με ρώτησε γιατί. Της απάντησα ότι θυμόμουν τον παιδίατρο που μας πήγαινε – τον Γιάννη Χοδρογιάννη που είχε γίνει και δήμαρχος στον Ταύρο – ο οποίος δεν μας έπαιρνε χρήματα. Τον πρώτο χρόνο πέρασα στην Οδοντιατρική και αποφάσισα να ξαναδώσω. Αυτή η χρονιά ήταν καθοριστική για εμένα. Γνώρισα έναν άνθρωπο που άλλαξε την οπτική μου. Του οφείλω πολλά. Στην προετοιμασία που έκανα, πήγα σε ένα φροντιστήριο στην Εμμανουήλ Μπενάκη, όπου το μάθημα της έκθεσης μας το έκανε ο Χριστόφορος Παπαδιώτης, ένας καθηγητής που για μένα ήταν φιλόσοφος. Μου άνοιξε παράθυρα όχι μόνο στη γνώση αλλά και στον τρόπο σκέψης. Μου εμφύσησε την αξία την κοινωνικής προσφοράς, της δικαιοσύνης και της προόδου.

Από την αφήγησή σας θα διαπίστωνε κανείς ότι ο τρόπος που μεγαλώσατε σχετίζεται με την εξέλιξη της ζωής σας. Δημιουργήσατε οικογένεια μικρός, προσπαθώντας ενδεχομένως να κερδίσετε αυτά που χάσατε ως παιδί.

Πίστευα πάντα ότι για να μπορέσεις να δημιουργήσεις θα πρέπει να είσαι γεμάτος συναισθηματικά, ολοκληρωμένος και ισορροπημένος. Και αυτό γίνεται μεταξύ δύο ανθρώπων.

Ο θάνατος της μητέρας σας σχετίζεται με το διαζύγιό σας; Το γεγονός ότι νιώσατε την απώλεια ενός βασικού άξονα της ζωής σας σάς μετακίνησε;

Αγγίζετε νωπές και ευαίσθητες χορδές για τις οποίες σε αυτή τη φάση δεν θα ήθελα να μιλήσω. Οποιαδήποτε απάντησή μου μπορεί να έχει κακή μετάφραση. Μπορεί να σχετίζονται και άλλα τα οποία είχαν συσσωρευτεί. Η μητέρα είναι για μένα όπως είπα μια ηρωίδα, η οποία δεν είχε στον ήλιο μοίρα και θυσίασε τη ζωή της για να μας μεγαλώσει και να μας σπουδάσει. Ηταν δίπλα μου πάντα πολύ διακριτική – και στον γάμο μου. Ισως εξαιτίας αυτής της διακριτικότητας να μην ήμασταν τόσο κοντά στην έγγαμη ζωή μου. Υπάρχουν κάποιες κόκκινες γραμμές τις οποίες δεν θα ήθελα να τις δημοσιοποιήσω. Για τη Μαρίνα νιώθω αγάπη και τρυφερότητα. Είναι η μητέρα του παιδιού μας.

Τελικά ο ιδιωτικός βίος ενός πολιτικού είναι δημόσιος βίος;

Είναι η δύσκολη πλευρά ενός δημόσιου προσώπου. Προσπαθώ να διαφυλάξω τα προσωπικά μου διότι σχετίζονται με την ψυχοσύνθεση ενός εφήβου όπως είναι ο γιος μας ο Αλέξανδρος. Οι γονείς του πήραν μια απόφαση και αυτή η απόφαση δεν πρέπει να τον σημαδέψει. Είναι ένα καλό και έξυπνο παιδί, που ελπίζω να είναι αύριο και ένας καλός και χρήσιμος άνθρωπος στην κοινωνία.

Θεωρείτε ότι έγινε εκμετάλλευση της δημοσιότητας του διαζυγίου σας;

Είναι σίγουρο ότι θέματα της προσωπικής ζωής ενός δημόσιου προσώπου προσφέρουν «κλειδαρότρυπα». Πίσω από αυτό μπορεί ο καθένας να βλέπει τον εαυτό του.

Τι σχεδιάζετε για το μέλλον;

Κατ’ αρχάς να πω ότι σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία προσπαθούμε να σταθούμε στους συμπολίτες μας. Δημιουργήσαμε τον τηλεφωνικό αριθμό 1110, όπου απαντούν ψυχολόγοι, γιατροί, ψυχίατροι. Θα πρέπει να είμαστε δίπλα στους ασθενείς με Covid από την πρώτη μέρα και να το παρακολουθούμε και όχι από το κρεβάτι της ΜΕΘ. Στη μετά Covid εποχή να οδηγηθούμε στην ανάπτυξη. Θέλω να υλοποιήσω ένα όνειρο ζωής. Να δημιουργήσω ένα χωριό ολιστικής ιατρικής στην Αττική, για το οποίο θα έχουμε την ευκαιρία να πούμε περισσότερα ελπίζω σύντομα.

Τι θα κάνετε έπειτα από αυτή τη συνάντηση;

Θα πάω να παίξω μπάλα με τον γιο μου.

 508 total views,  2 views today

RSS
Follow by Email